Μην
αφήνεις ποτέ μερικά ελαττωματάκια, επουσιώδη μπροστά στο μέγεθος, να
περικόπτουν πεντάστερα ιερά, βγαλμένα από μίτρα που, σε συντηρητική ραστώνη
όντες, αποδίδουμε μονάχα στο απώτερο παρελθόν.
Ίσως
η πιο βαριά ταινία των τελευταίων 40 ετών, κατ’ εμέ συνυπολογιζομένης «αυτής
της ταινίας» που θεμιτά λατρεύει πλήθος σινεφίλ, μια σφοδρή αποτύπωση της
υπαρξιακής αιχμαλωσίας, μια τερματικά ανηλεής επίκριση –αλλά και συναίσθηση!-
της πατριαρχίας, περίλαμπρα αβοήθητη από κάθε στράτευση (πλην αυτής στην απλησίαστη
ρωσική παράδοση υπαρξισμού), ένα στεφάνι στα πόδια της αξιωματικά γυναικείας
εννόησης, μια επίδειξη (χωρίς τίποτα το επιδεικτικό) ανθρωποκεντρικής διάνοιας.
Αλλά, και μια ταινία-βαριοπούλα στο στήθος, ιδίως από την δραματουργική στροφή
της κι έπειτα, που αρχίζει να σε χτυπά, να σε πλακώνει σε βαθμό αίτησης κάποιου
ελέους από τον δημιουργό για ένα ξέφωτο στο φινάλε. Δεν θα έρθει ποτέ.
Τουλάχιστον όχι εύκολα αναγνωρίσιμα.
Ο
Ζβιάγκιντσεφ παραλαμβάνει μια υπόθεση που ένας άλλος θα μπορούσε, και θα ήταν
επίσης θεμιτό, να συντάξει σαν δράμα λύτρωσης και κατεβάζει όλα τα ρολά
μετατρέποντάς το σε στοιχειακή τραγωδία, εμβαθύνοντας στο -ανθρωπίνως
προκληθέν- αμετάκλητο. Με τη δύναμη του Σινεμά θα γυρίσει το ρολόι, εν μέρει
για να εξηγήσει, περισσότερο όμως για να εποπτεύσει τα γενεσιουργά σπέρματα του
Κακού και να εδραιώσει την Τραγωδία. Και ναι, για να υποστυλώσει το μόνο
σωσίβιο της ταινίας. Την έννοια της θυσίας.
Το
ότι έχει επιτύχει τέτοιο θρίλερ σε ένα σχέδιο «εγκλήματος και τιμωρίας», που θα
το έλεγες θεϊκό στην τελειότητά του αλλά είναι ανθρώπινο και μοναχά από τύχη
διδακτικό και εντός ταινίας (βλέποντας θα καταλάβει κανείς), το ότι σε κάνει να
μιλάς προς το έργο ψελλίζοντας, όχι χωρίς κάποια απόγνωση, «όχι, όχι μην γίνει
αυτό, μην αφήσεις να συμβεί ΑΥΤΟ!», το ότι αποφεύγει κάθε έννοια ψυχολογισμού
στις ερμηνείες του χωρίς, πρακτικά, διάλογο, μορφασμούς και χειρονομίες, και
βυθίζεται σε τέτοιο άλγος ψυχικό, τέτοιες αβύσσους ανεπί(σ)τρεπτων, ενώ
ταυτόχρονα δεν μπορείς (ενώ θα ήθελες όσο τίποτα σε κάποιες στιγμές) να πάρεις
τα μάτια σου από την ομορφιά κάθε (μα κάθε) πλάνου (Μιχαήλ Κρίχμαν, τι οπερατέρ
είσαι!), κάθε αρχοντικής κίνησης της μηχανής, είναι ένας δείκτης. Άλλος ένας
είναι κάποιες στιγμές βροντερής σκηνοθεσίας, όπως ας πούμε η επώδυνα
διαπεραστική επιμονή του σε ένα πρόσωπο όταν σχεδόν όλοι θα έδειχναν ΤΙ
κοιτάζει ο πρωταγωνιστής (απίστευτος, παράξενος ηθοποιός αυτός ο Λαβρονένκο,
μια πεμπτουσία σκυθρωπότητας, μια αμφίεση χαμένης ψυχής – περισσότερο κι από
την Επιστροφή), ή εκείνος ο μνημειώδης, βαρυσήμαντος εγκλωβισμός της μηχανής
μέσα στο σπίτι όταν φεύγει και σφαλίζει ο γιατρός – χρήζει σαφώς ξεχωριστής
αναφοράς. Και άλλα πολλά.
Μια
ροή ασίγαστη, μια αίσθηση του ρυθμού καταπληκτική, μια ιλιγγιώδης πειθώ, ένας
γεμάτος αυτοπεποίθηση δεξιοτέχνης δημιουργός που δεν τρέμει μπροστά στην
πρόσληψη αυτού του ερεβώδους που σκόπευσε και αντίθετα σκάβει όλο και πιο βαθιά
λες και αποκλειστικά κινούμενος από κάτι σαν χρέος, τελικά ναι, από κάτι σαν
πίστη στην θυσία καθαυτή. Στο ολιγομελές είδος της απάτητη κορυφή, στον
θορυβώδη υπερπληθυσμό της εποχής μας ένα σινεμά μεσσιανικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.