Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026

Ψυχαναλύοντας την... Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων (1959)

Ας το ρίξουμε λίγο έξω κάνοντας μια παιχνιδιάρικη επανεπίσκεψη στο κομψοτέχνημα του Άλφρεντ Χίτσκοκ.

 


Κοινό μυστικό ανάμεσα στους μελετητές της, Η Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων αποτελεί μια από τις χολιγουντιανές πεμπτουσίες παράλληλων ερμηνειών. (Το «χολιγουντιανές» είναι πλεονασμός, το σινεμά έξω από την σφαίρα επιρροής του Χόλιγουντ σπανίως αντέχει σε εναλλακτικές αναγνώσεις συνήθως είναι απογοητευτικά εμφανές στους συμβολισμούς του). Από όλες διαλέγω μια εντελώς παιχνιδιάρικη με αφορμή την σκηνή της αποκάλυψης της αλήθειας από τον Μάρτιν Λάνταου στον Τζέιμς Μέισον. Θα είναι μια ανάγνωση με σύμμαχο τον Φρόιντ, το…μέγεθος, την έννοια του διπλού, την (λανθάνουσα ή εμφανή) ομοφυλοφιλική διάσταση του έργου και, οπωσδήποτε, την σαδομαζοχιστική έννοια του σασπένς κατά Χίτσκοκ. (Προφανώς ακολουθεί ευμεγέθες spoiler, αν κάποιος δεν το έχει δει…. τι λέω δεν θα ήταν καν εδώ).

Ο Κάρι Γκραντ, δεδομένο από προηγούμενες σκηνές, είναι ένα μαμόθρευτο αγόρι, που βρίσκεται ακόμα στο εφηβικό στάδιο του φλερτ που καθυστερεί το σεξ, που έχει «μικρό ξυραφάκι για μεγάλο πρόσωπο», που  έχει πάντα δίπλα του τη μαμά του η οποία (σε ένα τέλειο άγγιγμα Χίτσκοκ) είναι στην πραγματικότητα παιγμένη από την Τζέσι Ρόις Λάντις, 7 χρόνια μεγαλύτερη από τον μυθοπλαστικό γιο της, Κάρι Γκραντ. Όμως η έννοια της σεξουαλικής ανικανότητας (ας μην ξεχνάμε ότι λίγο νωρίτερα ένα αεροπλάνο ψέκαζε στείρα γη…) θα πάρει άλλη διάσταση στη σκηνή της αποκάλυψης της αλήθειας.

Τα υλικά είναι τρία και απλά. Ένα όπλο, ως φαλλικό σύμβολο διείσδυσης, το ότι ο Λαντάου είναι ομοφυλόφιλος («πες το γυναικεία μου διαίσθηση», λέει στον Μέισον) και το γεγονός ότι τα φυσίγγια είναι άσφαιρα. Η ανδρική αποτυχία, καθώς και η συνεπακόλουθη κατακρήμνιση του παραδοσιακού ετεροφυλικού ζεύγους, συμβαίνουν στους συσχετισμούς των πλάνων και του mise en scene.

Το «γυναικείο» όπλο, που πυροβόλησε ψεύτικα τον Γκραντ, είναι άσφαιρο σαν το σπέρμα κάθε άντρα της ταινίας. Ο Γκραντ είναι της κουβέντας και του «τρόμου σχέσης», ο Μέισον αποτυγχάνει να κρατήσει την ερωμένη του, Εύα Μαρί Σεντ, που ερωτεύεται τον Γκραντ, και ο Λαντάου, έτσι κι αλλιώς αδιάφορος για την αποτελεσματικότητα του σπέρματός του, διεκδικεί τον Μέισον, υπονομεύοντας τον «διπλό» (Μέισον και Γκραντ κινηματογραφούνται εξαρχής σαν καθρεφτίσματα, δες την σκηνή της γνωριμίας τους) και άτυπο ανταγωνιστή του στην καρδιά του προϊσταμένου του.


Η διείσδυση λοιπόν της ψεύτικης σφαίρας είναι εξαρχής αποτυχημένη στον πρωτότυπο στόχο της -να σκοτώσει, να «γονιμοποιήσει» δηλαδή. Το αποτέλεσμά της είναι πολλαπλό: Πρώτα, η ετεροφυλική σχέση θα αποτύχει. Στην αρχή της σκηνής ο Μέισον και η Σεντ σχηματίζουν ένα ζευγάρι απομονώνοντας στο βάθος του κάδρου τον Λαντάου. Στο τέλος όμως η Σεντ θα είναι εξόριστη εκτός πλάνου και το νέο ζευγάρι θα έχει δημιουργηθεί. Ο Χίτσκοκ δεν παραλείπει να το τονίσει και λίγο παραπάνω τραβώντας το σε πλονζέ – από την εύλογη οπτική γωνία της Σεντ δηλαδή. (Στο μεσοδιάστημα ο Γκραντ θα είναι παροπλισμένος απλός ματάκιας, ακόμα και τα πετραδάκια που πετά στο τζάμι της Σεντ είναι επίσης άσφαιρα και θα αποτύχουν να την ενημερώσουν. Ο έφηβος χρειάζεται να γίνει άντρας, να φύγει από τη θέση του παρατηρητή και, εισερχόμενος στο σπίτι, να γίνει μέρος της δράσης).

Τέλος, ωραιότατα και λίαν αποδεικτικά του τι θα πει σκηνοθετική λογική, η σαδομαζοχιστική στιγμή της  συνειδητοποίησης του Μέισον. Ο Χίτσκοκ μπαίνει κι αυτός στη δράση με point of view θέση της μηχανής, αντί του συνήθους γενικού των δύο ανδρών (Μέισον/Λάνταου). Το σασπένς, η γνώση δηλαδή του θεατή που διέφευγε της αντίληψης του Μέισον, γίνεται η γνώση του Λαντάου. Κι έτσι, καθώς η κάμερα παίρνει τη θέση του τελευταίου, τα νέα στον Μέισον είναι σαν να εκπέμπονται πια από…εμάς. Η γροθιά «στην κάμερα», είναι γροθιά διπλή, μια δραματουργική στον παρτενέρ (μήπως άραγε και χτύπημα «αγάπης» επειδή αποκάλυψε την λανθάνουσα αλήθεια;) και μια εξωδραματική (αλλά ενδοκινηματογραφική) στον ανήθικο θεατή που δεν αποκάλυπτε τόση ώρα αυτό που ήξερε. Όλοι μας «πονάμε και μας αρέσει». Η διαφορά θα είναι ότι μετά τη γροθιά ο Λαντάου έχει την όψη του…εξαντλημένου εραστή, ενώ εμείς πρέπει να τρέξουμε (επίσης σαδομαζοχιστικά γι’ αυτούς που θα το διαβάσουν) να γράψουμε τι ωραία που τα έφτιαχνε αυτός ο άνθρωπος και δεν θα κουραστείς ποτέ να τον βλέπεις και να τον ευχαριστιέσαι πολύπλευρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.