Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

Seven Veils (2023), του Ατόμ Εγκογιάν


Ενδίδω με τον πιο αβίαστο τρόπο στο σινεμά του Ατόμ Εγκογιάν. Παρατηρώ το περιστασιακό «στραβοπάτημα», αλλά με την ευχέρεια του αυτόματου συντονισμού με το βλέμμα και την λογική του, το σινεμά του εισρέει ενδοφλέβια στο σύστημά μου. Η γραφή του μού είναι σαν ένα καλογραμμένο κείμενο γεμάτο ελιγμούς, πλήθη αναφορικών προτάσεων, παρενθετικών στίξεων και πρωθύστερων κινήσεων, ένα κινηματογραφικό λογοτέχνημα, χωνεμένης σπουδής εκείνου που θέλει να πει με τον τρόπο που θέλει να το πει. Από μέσα του αναφύονται άλλοτε σαν κισσός γοητευτικός και αποπνικτικός, κι άλλοτε σαν πίδακες δροσιστικοί και περισπαστικοί, ιδέες και σχήματα, μοτίβα εν τέλει που υψωνόμενα πάνω από το σώμα του κειμένου-έργου συνομιλούν μεταξύ τους με μια εμμεσότητα (οι οθόνες στο έργο του ανέκαθεν παρούσες, σχηματικά, ιδεολογικά) αποξενωτική για τον μέσο θεατή αλλά και με μια ακρίβεια που βρίσκω αξιοζήλευτη.

Αυτό κάνει και εδώ, σε μια στιγμή του που κατά την γνώμη μου είναι ατόφιος Εγκογιάν στην καλύτερη στιγμή του από τον καιρό του Ararat -επίσης μιας ταινίας που σε μια πολύ καλύτερη στιγμή για το απαιτητικό σινεμά του Καναδο-Aρμένη έγινε δεκτή με κριτική υποθερμία. Και αυτό, όπως και εκείνο, δεν έχει την τέλεια διαύγεια των ‘90ς στιγμών του (Exotica και Sweet Hereafter) αλλά κυριεύεται από μια ενθουσιώδη, υπερ-γόνιμη ροπή φόρμας (εννοούμενη διπλά και ως έμπνευση και ως δομή) που επιτέλους μεριάζει με σθένος το περιβάλλον της σύγχρονης αφηγηματικής κινηματογραφικής μετριότητας, ενδίδει στην περι-πλοκή του και αδιαφορεί (όπως έκανε στις καλύτερες στιγμές του) για τους περαστικούς της αίθουσας. Μπροστά του το Devil’s Knot είναι Τζον Γκρίσαμ, το The Captive Σάντανς γεύση του μήνα. (Αμφότερα βέβαια είναι σχεδόν θαυμάσια.)

Ζωή και Τέχνη, Όψη και Ενδο-όψη στο οπτικό μεγαλούργημα του Ατμό Εγκογιάν

Για ακόμα μια φορά η θεματική του παιδικού τραύματος είναι παρούσα, μόνο που εδώ τα πράγματα μεταφέρονται στο ενδοκαλλιτεχνικό πεδίο, απομακρυνόμενα δηλαδή πλήρως από τον αναγνωρίσιμο ρεαλισμό των δύο παραπάνω ταινιών. Εδώ η μετουσίωση του τραύματος σε επουλωτική ( ; ) δημιουργία ανυψώνει σε επικές εσωστρεφείς διαστάσεις την αναμέτρηση Καταστροφής/Δημιουργίας στο ψυχικό έδαφος, δίνοντας ένα έργο, ιδίως για τα Εγκογιανικά μέτρα, φοβερά παθιασμένο, τόσο που σε στιγμές να απαιτούσε μια δημιουργική απόσταση προκειμένου να ελεγχθεί καλύτερα ο τόνος. Απαιτούσε βέβαια λέω εγώ, διότι ο Εγκογιάν δίνει την εντύπωση πάντοτε του καλλιτέχνη που σκαλίζει το γλυπτό του ακριβώς όπως και όσο θέλει αυτός. Υπό αυτό το πρίσμα οι σκηνοθετικές εντάσεις της «ταινίας μέσα στην ταινία» (ένα ανέβασμα της Σαλώμης του Στράους και του Γουάιλντ), με όχημα μια ποτέ καλύτερη Αμάντα Σέιφριντ, μεταμορφώνται σε μια παράσταση για τα μάτια μας μόνο, μια θεαματική μα μύχια δημιουργική/εκτονωτική εξομολόγηση του θύματος που απολαμβάνει μια (μόλις) απλόχερη προνομιακότητα εκ μέρους του συστήματος (που εγκατέστησε την θυματοποίηση). Η επίθεση στην πατριαρχία είναι εφόρμηση πραγματική – και εντυπωσιακά τολμηρή αν σκεφτεί κανείς ότι όλοι οι κρίσιμοι ρόλοι παίζονται από γυναίκες (αν και η επιλογή της Ρεμπέκα Λίντιαρντ είναι μελανό σημείο – ίσως και στην σκηνοθεσία της), ενώ κατά τον συνήθη τρόπο του Εγκογιάν η κάθαρση δεν μπορεί ποτέ να είναι κάτι παραπάνω από μια στιγμιαία ανάπαυση, και η διαύγεια των λυτρωτικών αισθημάτων περαστική σαν βροχή του Απριλίου.

To ετεροθαλές αδελφάκι του Tár, παρόμοιας κρυπτικής φυσιογνωμίας και (ει)δικής του τρέλας, ήρθε στον κόσμο μόλις έναν χρόνο μετά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.