Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Hangover Square (1945), του Τζον Μπραμ

 


Λίγους μήνες μετά τον επιτυχημένο εμπορικά “Lodger”, η 20th Century Fox βάζει τον παραγωγό Ρόμπερτ Μπάσλερ να φτιάξει ένα είδος ριμέικ της b-movie επιτυχίας της. Στο σενάριο είναι ξανά ο Μπάρε Λίντον, σκηνοθέτης εκ νέου ο Τζον Μπραμ, ο Τζορτζ Σάντερς, συμβολαιογραφικά δεμένος στο στούντιο αναλαμβάνει ξανά έναν μη…Σαντερσικό ρόλο, στον γυναικείο συζητείται η Μάρλεν Ντίτριχ (τελικά παίζει η Λίντα Νταρνέλ) και ο Λερντ Κρίγκαρ προετοιμάζεται για τον πρώτο του και επίσημα πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο ηθοποιός έχει δηλώσει σε όλους τους τόνους την απέχθειά του στην τυποποίηση, την πρόθεσή του να μεταμορφωθεί σε ρομαντικό πρωταγωνιστή κάνοντας δίαιτα, ενώ σπρώχνει πρώτος απ’ όλους το στούντιο για την αγορά της πρώτης ύλης του βιβλίου του “Hangover Square” του Πάτρικ Χάμιλτον. Πράγματι, ο Κρίγκαρ εμφανίζεται αγνώριστος. Μέσα σε λίγους μήνες, έχει χάσει σχεδόν 50 κιλά, ενώ σκοπεύει να μπει στο χειρουργείο για να περιορίσει την χωρητικότητα του στομάχου του.

Η ιστορία, ενάντια στις προθέσεις του απογοητευμένου αρχικά ηθοποιού, μεταφέρεται ξανά στο βικτωριανό Λονδίνο – καθώς το στούντιο επιθυμεί ευθεία παραπομπή στην προηγούμενη ταινία και άμεση χρήση του γνώριμου πλατώ – αντικαθιστώντας την ιστορία του Τζακ του Αντεροβγάλτη με αυτήν ενός συνθέτη, που κατά την διάρκεια απωλειών συνείδησης πραγματοποιεί μια σειρά εγκλημάτων. Ακόμα περισσότερο από την προηγούμενη ταινία, η δημιουργική πρόθεση είναι να μεταφερθεί το βάρος από το whodunit στην χαρακτηρολογική σπουδή. Από την πρώτη σκηνή ξέρουμε την ταυτότητα του δολοφόνου. Ο Κρίγκαρ δέχεται απρόθυμα την επανάληψη, υποκινούμενος από την χαρά του που για πρώτη φορά θα είναι πρώτο όνομα στους τίτλους.

Παρότι το “Lodger” είναι μια πιο ολοκληρωμένη ταινία, το “Hangover Square” υπογράφεται από τη μοίρα και διαπερνάται από το στοίχειωμα που σφραγίζει κάποια έργα. Ουδέν εκ των δύο είναι δύσκολο να τεκμηριωθεί. Η επίγνωση της ιστορίας πίσω από την ταινία, συν την υποδειγματική εκτέλεση του Μπραμ και παρά μερικές επουσιώδεις πραγματολογικές αδυναμίες του σεναρίου, βαραίνει με φαντασματική πικρία το έργο. Τα καρέ του πληγώνονται και προικίζονται μαζί. Από τις «ρωγμές» του περφορέ περνάει η θλιβερή πραγματικότητα μέσα στην μυθοπλασία δηλητηριάζοντας την με τρόπο που δεν φεύγει από μέσα σου.

Ο Κρίγκαρ, ένας υπερευαίσθητος άνθρωπος με ένα ανεκτίμητο, μοναδικό ταλέντο για τον φακό, ερχόμενος από μια (μόλις) πενταετία στο Χόλιγουντ, κοσμημένη από μερικούς αξέχαστους ρόλους, ήταν έτοιμος στην 14η ταινία του να αλλάξει την εικόνα που είχαν όλοι γι’ αυτόν: Του villain παχύσαρκου γίγαντα. Ενώ ήταν ομοφυλόφιλος, εξομολογούνταν στον φίλο του Τζορτζ Σάντερς ότι είχε ερωτευθεί μια γυναίκα, ότι θα ξανάγραφε, αδύνατος πια, την ερμηνευτική του διαδρομή.

Όμως όλα στην διάρκεια των γυρισμάτων ήταν εναντίον του. Το σενάριο είχε αλλάξει, ο Μπραμ ήταν υπερβολικά αυστηρός στην τελειοθηρία του και τον επιτιμούσε συχνά, το υπόλοιπο καστ δεν τον συμπαθούσε λόγω συμπεριφορών του. Υποδυόμενος τον ρόλο ενός ανθρώπου που το μυαλό του λύγιζε κάτω από το βάρος μιας έμφυτης αδυναμίας, έβλεπες το μελαγχολικό του πρόσωπο να ψάχνει εναγώνια μια λύτρωση, ακόμα και στην παράδοση, ακόμα και στην αυτοτιμωρία. Κάθε σκηνή του “Hangover Square”, με αυτή την ανεπανάληπτη σκηνογραφία ενός χαρακώματος γύρω από την πλατεία να χάσκει εφιαλτικά σαν το στόμα της κόλασης που περιμένει να χάψει τον πρωταγωνιστή, φορτίζεται από αυτή την ένταση που ο Κρίγκαρ αποτυπώνει βιωματικά. Με οδηγό τον Τζον Μπραμ, που τον ελέγχει πολύ περισσότερο από ότι στο “Lodger”, εμφανώς πιο αδύνατος πια, παθητικός μα με εκλάμψεις ενέργειας, ρομποτικά κινούμενος από τις κρίσεις του, παραδομένος στον έρωτά του για μια γυναίκα που τον περιγελά, παρακλητικός και φλεγόμενος (η φωτιά είναι κεντρικής δραματικής σημασίας στο έργο), ο Κρίγκαρ παραδίδει μια από τις μετρημένες άγνωστες ερμηνείες του σινεμά.


Η ταινία, εκτός των άλλων, είναι και ένα έμμεσο φιλμ νουάρ με τα όλα του. Λίγο μετά την «Γυναίκα στο Παράθυρο» (1944), αλλά προλαβαίνοντας το ομοειδές (κι ανώτερο) “Scarlet Street” (1945), του Φριτς Λανγκ και τα δύο, ανακαλύπτει την ίδια επώδυνη πηγή ταπείνωσης του αρσενικού από την femme fatale, και εξορύσσει ένα αξέχαστο νουάρ ιντερμέδιο, που επιστέγασε την χρυσή εποχή του είδους. 
Όμως από εκεί και ύστερα, η ταινία αναπτύσσεται γύρω από την ατόφια ρομαντική θεματική του τραγικού ελαττώματος ενός Ρομαντικού ήρωα αφοσιωμένου στην Τέχνη, που πλανιέται καταστροφικά από τα ανθρώπινα αφήνοντας πια και μια τελειωτική κατάρα στα απραγματοποίητα που φιλοδόξησε.

Ο διευθυντής φωτογραφίας Τζόζεφ ΛαΣέλ (μάστορας του νουάρ, 9 φορές υποψήφιος για Όσκαρ, νικητής με την «Λάουρα»), χωρίς να είναι στην καλύτερή του φόρμα, σημειώνει εδώ κι εκεί μεγάλες οπτικές νύξεις. Με κορυφές την δεύτερη και την τρίτη φωτιά της ταινίας, κι αυτή την αναντικατάστατη ατμόσφαιρα του gaslighted (…) Λονδίνου (η πλατεία καθαυτή είναι ένα ποίημα φωτισμού, επίσης), στήνει την αγχόνη που θα δεθεί γύρω από τον λαιμό του ήρωα. Αρωγός του και ανεξάντλητο προσόν της ταινίας, ο Μπέρναρντ Χέρμαν, με το «Μακάβριο Κοντσέρτο» του, μια από εκείνες τις συνθέσεις – όχι και πολύ αρμόζουσα δραματουργικά βέβαια, αλλά ε και; – που ανυψώνουν έργα στην βασιλεία των κινηματογραφικών ουρανών.

Ο Μπραμ, εξαιρετικός στην ψυχολογική διεύθυνση και σε περίπου ανάλογα ύψη καδραρίσματος με τον “Lodger”, γίνεται ακόμα πιο οικονομικός στον ρυθμό του (77 λεπτά όλα κι όλα), ακόμα πιο ρέων στην εγκληματικά άγνωστη κίνηση της μηχανής του (δες την σκηνή της συναυλίας στο τέλος). Και ειδικά στο τελευταίο πλάνο πια, στην μίξη της μουσικής και την επιλογή του φινάλε, του πρέπει μια αναγνώριση. Κρίμα πραγματικά που αργεί.

Όσο για τον Λερντ Κρίγκαρ, πέρα από έξοχος, ή και σπαρακτικός όσο βυθίζεσαι στην ιστορία του έργου, χαρισματικός σε μια εποχή τυποποίησης/εμπορευματοποίησης, δύο μήνες μετά την λήξη των γυρισμάτων θα έμπαινε στο νοσοκομείο με κοιλιακούς πόνους εξάντλησης από την δίαιτά του. Δεν θα γινόταν ποτέ Ιαβέρης για τους «Αθλίους» - φημολογείται ξανά υπό την διεύθυνση του Μπραμ. Κι εμείς δεν θα βλέπαμε ποτέ ξανά την συνέχεια που διαγραφόταν ξεκάθαρα. Στα 31 του χρόνια θα άφηνε πίσω 14 ταινίες (+2 uncredited) κι αυτή την έξοχη υπόσχεση που συμπλήρωσε η διλογία που του “Lodger” και του “Hangover Square”.


Το τελευταίο θα ολοκλήρωνε την στοιχειωμένη του φύση με τον πιο τραγικό τρόπο: Πέρα από τον Κρίγκαρ, ο Τζορτζ Σάντερς θα αυτοκτονούσε πολλά χρόνια αργότερα στην Βαρκελώνη, ενώ η Λίντα Νταρνέλ θα καιγόταν στο ίδιο της το σπίτι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.