Ένα μεγαλοαστικό νεοϋορκέζικο ζευγάρι έπειτα από ένα ακόμα πιο μεγαλοαστικό
ρεβεγιόν στο σπίτι ενός πελάτη του γιατρού – συζύγου, συνευρίσκεται, στρίβει
ένα μεγαλοαστικό τσιγαριλίκι, υποδύεται ότι συνυπάρχει.
Μόνο που κάποια στιγμή η ζαλισμένη συζήτηση στρέφεται στο ερώτημα της πίστης. «Μήπως, κατά τύχη, συνέβη να γάμησες κάποια από τις κοπελίτσες με τις οποίες τριγύριζες στο πάρτι;» ρωτά η φαινομενικά αθώα (και βέβαια ζαλισμένη) κυρία το σπιτιού, και σύντομα, βοηθούντων των -πάντα- λανθασμένων αποκρίσεων που μπορεί να δώσει ένας άνδρας, τα δύο φύλα αναμετρώνται. Άραγε ο Άνδρας ξενοπηδάει από χόμπι ενώ η Γυναίκα «αγαπάει πρώτα», ή μήπως τα πράγματα είναι διαφορετικά; Η σύζυγος αφηγείται μια ιστορία παρ’ ολίγον απιστίας. Μια ιστορία που ο Άνδρας δεν είχε ποτέ του συνειδητοποιήσει ως εφικτή.
Αμέσως μετά τον χτύπο ενός τηλεφώνου, ξεκινά μια διαδοχή περιστατικών στην αστική Nύχτα. Ο αιφνίδιος θάνατος ενός ασθενούς, συμπλέκεται με την ερωτική εξομολόγηση της κόρης του μπροστά στο νεκρικό κρεββάτι, η φραστική επίθεση μιας ομάδας νεαρών, η συνεύρεση με μια πόρνη, η επίσκεψη στο τζαζ μπαρ ενός φίλου και, στο τέλος της βραδιάς, η παρουσία του (ως προσκεκλημένου του φίλου) σε ένα τεράστιο, μεγαλοαστικό κι αυτό, όργιο. Ένα όργιο που του στοιχίζει τη ζωή. Όπως την ξέρει τουλάχιστον..
Την επόμενη μέρα, οι λογαριασμοί του μακρινού ταξιδιού αυτής της νύχτας, κλείνουν ασφυκτικά.
Μια συνεχής προσφορά σεξ, που όμως ποτέ δεν ολοκληρώνεται, σε εγκλιματίζει σε ένα ονειρικό, με την ψυχαναλυτική έννοια, περιβάλλον, όπου η διακαής επιθυμία προερχόμενη τόσο από το πληγωμένο Εγώ, όσο και από την αστική καταπίεση του γάμου, είναι αυτή που ποτέ δεν ευοδώνεται στην καταπιεσμένη ψυχοσύνθεση. Η ονειρική αυτή συνοχή ακολουθείται πιστά για ολόκληρη την υπόλοιπη ταινία. Το σκηνικό της πόλης, αφαιρετικό, υφίσταται λειτουργικά κατ’ εξακολούθηση ως προς το φοβικό όνειρο/φαντασίωση – η επίθεση των νεαρών θέτει υπό αμφισβήτηση την ετεροφυλοφιλία του, οι εφημερίδες περιγράφουν την έκβαση της ιστορίας του, η κοπέλα που σώζει στην αρχή της ταινίας είναι η ίδια που ανταποδίδει στην σεκάνς του οργίου – συνάμα όμως επειδή υπάρχει η υποψία έρωτα αναμεσά τους, το «όνειρο» την θανατώνει.
Εδώ αναφύεται η έτερη πτυχή, που καθιστά τα Μάτια και μια απρόσμενα Ρομαντική ταινία – με την κλασσική λογοτεχνική έννοια: Η απόλυτη συνύφανση του
Έρωτα με τον Θάνατο. Εκτός του προαναφερθέντος, το ίδιο το όργιο είναι ο
θρίαμβος της τελετουργίας του μακάβριου, η πόρνη πάσχει από AIDS, ο φίλος που τον προσκάλεσε εξαφανίζεται υπό
μυστηριώδεις συνθήκες και, βέβαια, πιο καθαρά από όλες τις περιστάσεις, η
εντελώς αψυχολόγητη (αν την ερμηνεύσεις ρεαλιστικά) αρχική ερωτική εξομολόγηση
δίπλα στο νεκροκρέβατο του πελάτη του.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.