Το 1992 ο Ντε Πάλμα βρίσκεται στο ήρεμο μάτι του κυκλώνα της δημιουργικής του κρίσης. Μετά από την πολύ πρώτη εποχή της δημιουργίας του (1968-1972), στην οποία έχει εγκαινιάσει τους «μουσάτους» (συν φυσικά τον Φρίντκιν που είναι ο από πλευράς ποιότητας χρονολογικά πρώτος των μεγάλων Αμερικανών του ’70) και τον αέρα που άλλαζε στο αμερικάνικο σινεμά, έχει καταφέρει ένα σχεδόν λαμπρό σερί μέχρι το 1984 (Phantom of Paradise, Fury και Home Movies εξαιρουμένων) κι έχει περιπέσει σε μια δίνη αγνώριστης μετριότητας (Wise Guys), καλοφτιαγμένης ακαταλληλότητας (το Casualties of War που είναι καλό αλλά δεν του πηγαίνει) και μιμητικής αστοχίας (The Bonfire of the Vanities), που διακόπτονται μεν από την εξοχότητα των Αδιάφθορων, αλλά μαρτυρούν το πρόβλημα. Ο Ντε Πάλμα θέλει να ξεφύγει από την σκιά του…σκιώδους Χίτσκοκ (που ατυχέστατα του φορά μια Κριτική που αντιλαμβάνεται μόνο όσα καρέ της θυμίζουν κάτι) και επιχειρεί σε ιδέες και σενάρια που δεν του ταιριάζουν. Το Raising Cain θα ήταν το χιτσκοκικά ανάλογό του run for cover (circa χιτσκοκικών αρχών '50 με Εξομολόγηση και Stage Fright). Μέχρι και τον Πίνο Ντονάτζο επανέφερε, ο οποίος παρά την μεθυστική κλάση που υπενθύμισε δεν ήταν επίσης στην καλή του φόρμα.
Καλά ήταν τα 23 πρώτα λεπτά της ταινίας, ένα απαύγασμα σινεμά που μόνο αυτός μπορεί να κάνει τόσο καλά, ένα σινεμά που θολώνει με άφθαστο στυλ τα όρια του ρεαλισμού, «παραδόξως» υπερθεματίζοντας αυτά της κινηματογραφικής αληθοφάνειας. Η παιγνιώδης κάμερά του είναι χωρίς αντίπαλο, το πάντρεμα με τη μουσική μπαλετικό.
Στα
αδιάφορα ότι στην δεύτερη φορά που το βλέπω, 34 χρόνια μετά την πρώτη και
ελπίζοντας ο άπειρος νέος κριτικός να είχε κάνει τόσο μεγάλο λάθος που να χτυπάω
το σοβαρό κεφάλι μου στον τοίχο για τα χρόνια που πέρασαν χωρίς να το ξαναδώ, ο
Σιάμαλαν έχει κλέψει για το Split του
ακόμα και τον τρόπο διεύθυνσης του ΜάκΑβοϊ – άλλο βέβαια και που ο Ντε Πάλμα
πρώτη φορά τόσο ανέμπνευστα κλέβει τον Χίτσκοκ.
Και στα
πολύ κακά ότι το ασθενικό, ασήμαντο έργο του Σιάμαλαν είναι καλύτερο. Ο Λίθγκοου είναι λάθος επιλογή, θολή προσωπικότητα ηθοποιού για τόσο αβανταδόρικο ρόλο, καρατερίστας που εδώ υπερπαίζει για να αναπληρώσει και αυτό είναι πάντα κακός σύμβουλος. Το σενάριο όταν μπαίνει για τα καλά στη μάχη (το 23ο λεπτό...) κάνει σμπαράλια το έργο, επιβάλλεται στην σκηνοθεσία, ο σεναρίστας Ντε Πάλμα (τις πιο πολλές φορές αξιόπιστος στο ότι θα κάνει πίσω στον σκηνοθέτη εαυτό) «έχει ιδέες», κακές ιδέες, '90ς ιδέες, Τζο Έστερχαζ ιδέες. Είναι πράγματι μια στιγμή που ο Κάιν υπερτερεί του Κάρτερ.
Ωστόσο, ενδεικτικό της ικανότητας ανάνηψης ενός δημιουργού βάσει ενός καλού υλικού το
πώς ο Ντε Πάλμα την επόμενη χρονιά έκανε την για πολλούς κορυφαία ταινία της καριέρας
του, αμέσως μετά ανταποκρίθηκε με ένδοξη, στυλάτη άνεση σε μια λίαν Επικίνδυνη Αποστολή, πώς εν συνεχεία
βρήκε την όρεξη για μισή ταινία βγαλμένη από τα ευφάνταστα όνειρά του που
κάποτε έκανε εντελώς δικά μας.
Για τα χρόνια 2000-2019 θα πρέπει να φρεσκάρω ταινίες, θα χρειαστεί κόπος το Mission to Mars να είναι χειρότερο από τούτο - τα άλλα είναι σίγουρα καλύτερα. Τον έχω ικανό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.