Ο Γιασουτζίρο Όζου ανήκει στον εσωτερικό κύκλο των σκηνοθετών που
εμπιστεύομαι, επισκέπτομαι και αναφέρομαι συχνά στα ιδιωτικά μου κιτάπια. Οι
ταινίες του, ιδίως οι ύστερες, επιδρούν συστηματικά –και όσο μεγαλώνω
περισσότερο- στην κράση μου, στους σφυγμούς, στην όραση. Όλα τους γεγονότα
μάλλον παράξενα αν σκεφτεί κανείς ότι ο άνθρωπος αυτός έζησε σε έναν κόσμο –
και κατά έναν τρόπο – που μηδαμινή σχέση έχει με τον δικό μου και τις
παραστάσεις του, ενώ γεννήθηκε στην από κει πλευρά του πλανήτη περίπου ¾ του
αιώνα πριν από εμένα.
Το πράγμα γίνεται ακόμα πιο ανεξήγητο από το ότι πραγματεύεται στις ταινίες
του θέματα (παραδείγματος χάριν η Οικογένεια, οι δεσμοί της) που όχι μόνο έχω
αφήσει πίσω μου δεκαετίες πρωτύτερα, και μάλιστα υπό ιδιάζουσα μορφή
απορριπτική, αλλά και στο σκοτάδι του απόλυτου τα θεωρώ κατώτερης τάξεως στην
καλλιτεχνική πραγματεία, έστω αναγνωρίζοντας ότι περιστασιακά έχουν δώσει
ορισμένα βαρυσήμαντα έργα.
Τι συμβαίνει λοιπόν; Πως και μια ταινία σαν και τούτο, το οποίο μάλιστα
βρίσκω ότι λίγο πριν το φινάλε του έχει και έναν ευγενώς διδακτικό χαρακτήρα
που δύσκολα μεταβολίζω, φθάνει σχεδόν να συμβολίζει όσα αριθμώ ως σημαντικά στο
σινεμά μου; Από το πλήθος που θα μπορούσα να επισημάνω, όχι επιδεικτικά αλλά
άπληστα, είναι η αποθέωση της Σκηνοθεσίας και των νυγμών της -μιας και ό,τι
άλλο θα ήταν απορριπτέο ως μεγαλομανία από αυτόν τον ιδιοφυώς ευγενή άνθρωπο.
Και θα προσπεράσω το ωρολογιακό τέμπο του, που δεν είναι ποτέ αργό και ποτέ
γρήγορο, είναι πάντα όπως ακριβώς χρειάζεται. Άλλωστε το τέμπο δεν είναι
δείκτης ποιοτικός. Θα προσπεράσω ακόμα και το πώς το τέμπο αυτό υπηρετεί
(άψογα) την διαλογική δράση – κάτι που είναι δείκτης, ωστόσο. Θα προσπεράσω τον
μαγικό τρόπο που μετατοπίζει την δράση από τον πατριάρχη στις γυναίκες της
ταινίας, οι οποίες την ορίζουν και την κινούν απολύτως ήδη από πριν ξεκινήσει.
Θα αφήσω κατά μέρους το πώς ενώ περιγράφει μια συνήθη ιστορία του εξακολουθεί
να βρίσκει έναν νέο τρόπο, επίσης μαγικά εκτυλισσόμενο, να υφάνει μια παράλληλη
αφήγηση, σκιώδη, αφανή, κυρίαρχη, η οποία όμως δεν αισθάνεται την παραμικρή
υποχρέωση να τονώσει την κεντρική (κι ας το κάνει), αντίθετα θέλει να βαθύνει
μια αίσθηση κοσμική, εθνική, ανθρωπολογική περί του ιστορικού χωροχρόνου στον
οποίον διανύεται η πλοκή. Θα παραμερίσω και αρκετά άλλα, ας μην εξακολουθήσω
αυτή την μικρή απάτη που διαπράττω να αφήνω διαπιστευτήρια ψιχουλάκια δω κι
εκεί.
Σε αυτή την προβολή έμεινα σέκος με τις μεταβάσεις του, το legato του που θα λέγαμε στη Μουσική. Βέβαια οι μεταβάσεις του
Όζου είναι περίπου γιγάντιας σημασίας στους θεατές του, δεν λέω κάτι νέο, όμως
εδώ αναφύονται σαν κάτι ακόμα «μεγαλύτερο» από ενθυμήσεις ατμόσφαιρας,
επισυνάψεις τονικής βαρύτητας, υπογραμμίσεις (συνήθως) μιας υπορρέουσας
μελαγχολίας, μικρά-μικρά υπόλοιπα διαιρέσεων πλοκής που σχολιάζουν αντιπαραθετικά
στην μικρή ιστορία, την μεγάλη Γεωγραφία, τον ρέοντα ιστορικό χρόνο. Σε μια από
αυτές τις μεταβάσεις εδώ ο Όζου επιχειρεί κάτι σαν σκοτεινό χιούμορ, πιθανά κάτι
ενδοφυές στην κουλτούρα του, μια, για εμάς τους Δυτικούς της θανατολάγνας
θλίψης, παράδοξη ειρωνεία: Μετά την σκηνή στην οποία η τραυματισμένη Ακίκο
δηλώνει την βαθιά της επιθυμία να ζήσει, να αλλάξει, να αρχίσει την ζωή της από
την αρχή, και πριν την διάδοχη σκηνή στην οποία θα μάθουμε κοφτά ότι η Ακίκο
πέθανε, ο Όζου δείχνει ένα τρένο να αποχωρεί συνοδεία μιας μουσικής αίσιας, που
«λογικά» προδίδει θετική εξέλιξη της προηγούμενης σκηνής.
Στα 1957, όπως ήδη προλείαινε καθ’ όλη την διάρκεια σχεδόν της δεκαετίας
εκείνης, ο Όζου καθιστά σαφές ότι ο θάνατος δεν είναι ένα δράμα, δεν είναι ούτε
μια τραγωδία (όπως θα σήμαινε στο 99% των περιπτώσεων μια άλλη σκηνοθεσία του
σεναρίου του) είναι ένα συμβάν στον κύκλο των πραγμάτων. Βέβαια, δεν παύει ποτέ
να διαδηλώνει (υποδηλωτικά…) ότι ο θάνατος του κόσμου του και ο ερχομός της
νέας εποχής δεν τον βρίσκουν γοητευμένο. Ο Όζου, σε μια από τις πιο πλήρεις
στιγμές του, προφητεύει όχι μόνο μια εποχή θραύσεων διαγενεακής συνέχειας
(λογαριάστε ότι η αισιοδοξία της εναπομείνασας κόρης που επιστρέφει στον γάμο
της είναι γεγονός αίσια θυσιαστικό, αλλά πάντως θυσιαστικό, η ρωγμή συνέβη)
αλλά και έναν κόσμο που και ο ίδιος μάλλον δεν πολυπιστεύει ότι θα κοσμεί για
πολύ ακόμα. Όπως και, ειρωνικά ίσως (να όπως η μουσική εκείνης της μετάβασης),
συνέβη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.