Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Από την αγάπη στην ιδεοληψία: Σκέψεις για το σινεμά του Κρίστοφερ Νόλαν και την σινε-ειδωλολατρία

 


Ο θαυμασμός, η αγάπη και η λατρεία για το Σινεμά και τους Δημιουργούς του είναι πάθος και τα πάθη πρέπει να είναι σεβαστά. Χωρίς πάθος δεν βιώνεται η ζωή, δεν βιώνεται και η σχέση με το σινεμά που διάλεξε κανείς να συνοδοιπορήσει. Χωρίς πάθος, ακόμα και για τους γραφιάδες του, μια μόλις σεβαστή συνωμοταξία που έχει κατά κανόνα εκπέσει της πνευματικότητας που κάποτε χαιρόμαστε να λέμε πως την διέκρινε, κείμενα κάποιας οξύνοιας και μεγαλύτερης φαντασιακής εξύψωσης, αν όχι ακροβασίας, δεν είναι εφικτά.

Ο Κρίστοφερ Νόλαν μου ήταν πάντοτε συμπαθής, προσφιλής κιόλας, και παραμένει παρά τις τελευταίες δύο προσπάθειές του (Oppenheimer κυρίως, Οδύσσεια δευτερευόντως). Μου αρέσει και εκτιμώ το ντεμπούτο του, Following, αποδέχομαι χωρίς εξάρσεις και υπερβολές το Memento, τιμώ το Insomnia, «βλέπω» το Batman Begins ως το πρώτο βήμα αποκρυστάλλωσης μιας αισθητικής στάσης, αγαπώ ιδιαίτερα το Prestige αγνοώντας επιδεικτικά τα ελαττώματά του, αντιστέκομαι σθεναρά στο Dark Knight δεχόμενος την μονοδιάστατη αποτελεσματικότητά του, αποθεώνω το Inception ως κολοφώνα των προβολών (που αντιλαμβάνομαι) του Άγγλου, χαίρομαι πολύ με αυτό που εννοώ ως μετάνοια στο Dark Knight Rises, αντιπάθησα σφοδρά το Interstellar το για το οποίο εν συνεχεία μετακινήθηκα εξίσου εντυπωσιακά (για τα μέτρα μου) στην ευμένεια, παρά τις έκδηλες -σε εμένα- βαρυτικές καλλιτεχνικές ανωμαλίες του, απόλαυσα σε συγκινημένο βάθος την Δουνκέρκη που στο μυαλό μου εξουδετέρωσε αξιοθαύμαστα τις ανωμαλίες της προηγούμενης ταινίας (κρατήστε το αυτό), καταχάρηκα με το Tenet παρότι είναι καταδικασμένο σε περιορισμένο αριθμό προβολών λόγω του (απολαυστικού) «ποιητικού» του αδιαπέραστου, αποστρέφομαι από τη ρίζα το Oppenheimer αδυνατώντας να υπερβώ προσωπικά μου όρια στην μυθοπλασία του τόσο από συστάσεως όσο και από εκτελέσεως και στέκω θετικά ουδέτερος προς την Οδύσσεια εκτιμώντας όσα καταλαβαίνω στην λογική της, την οποία πάντως θεωρώ νομότυπα εκσυγχρονισμένη και εκδυτικοποιημένη, κατά τρόπο καλοπαιγμένο – κάπως σαν το ποδόσφαιρο της Ισπανίας άλλοτε, ανίκητο και πληκτικό.

Όπως βλέπω εγώ τα πράγματα, μιας και περί εμού πρόκειται (όπως πάντα στην Κριτική), έχω μια πολύπλευρη, υγιώς κριτική, συχνά απολαυστική, κανονική σχέση με το σινεμά του Άγγλου.
Το θέμα είναι ότι αν διάβαζε το άνωθι κείμενο ένας μέσος οπαδός του, θα εξοργιζόταν. Με τον ειδικό εκείνο τρόπο που εξοργίζεται όχι απλά ο θαυμαστής, όχι απλά ο λάτρης ακόμα-ακόμα, αλλά ο σκληρός ιδεολόγος. Ακόμα χειρότερα ο με τον τρόπο ενός πιστού, αυτός που αισθάνεται βιωματικό δέσιμο όχι απλά με ένα έργο, ή μια εργογραφία, αλλά με ένα πρόσωπο. Οι αντιδράσεις στην κριτική, ή εν πάση περιπτώσει στην μη καθολική παραδοχή του Κρίστοφερ Νόλαν ως κάποιας μορφής Μεσσία, από τα αγριεμένα στίφη των (πολλές φορές λογίων) θαυμαστών του, ιδίως στον αγγλοσαξονικό κόσμο, είναι αντιδράσεις αποστροφής, απέχθειας, σχεδόν μίσους, αντιδράσεις που εξορύσσουν δηλητηριώδεις κινήσεις στον αχανή, αγέρωχο, τρισεύγενο κόσμο του διαδικτύου μας.

Για να το συνοψίσω, ο Κρίστοφερ Νόλαν είναι αίμα των ακολούθων του. Και η ακολουθία τους έχει χαρακτηριστικά θρησκοληψίας.

Αυτό, όπως τα καταλαβαίνω, δεν έχει επαναληφθεί στην ιστορία του σινεμά για ένα Πρόσωπο, όχι σε αυτές τις διαστάσεις και όχι επί τόσο μακρό χρονικό διάστημα. Όταν συναντήσαμε ξανά κάποια ανάλογα «αιρετικά» τέτοια χαρακτηριστικά ήταν για λαό που ταυτίστηκε με ένα έργο και μια μυθοποιία (Ο Πόλεμος των Άστρων, πρώτα όλων, Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, το Μάτριξ, το Fight Club, συμπληρώστε εσείς την πιο σύγχρονη (ελέω συνθηκών) κουστωδία που ανήγαγε ειδωλολατρικά το Διαδίκτυο), αλλά ποτέ για ένα Πρόσωπο. Ναι, ασφαλώς, υπήρχαν κάποτε σταρ που συγκέντρωναν την επιθετική λαϊκή στοργή, πάντοτε όμως αυτό εξισορροπούνταν από τους κριτικούς και τους αρνητές οπότε και το διάλυμα έβρισκε την χημική του ισορροπία δίχως ζημιές και πτώματα. Αν θίξεις, ή ερμηνευθεί πως θίγεις, τον Νόλαν, κάηκες.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Στην πραγματικότητα δεν ξέρω. Ανέκαθεν υπήρχαν οι άνθρωποι που πήγαιναν σινεμά και αγαπούσαν τις ταινίες, και αν τους πλήγωνες το γούστο, ή έτσι θεωρούσαν, έβγαζαν νύχια, αντέτειναν δηλητήριο, έπαιζαν μπουνιές. Αν και I’m too old for this shit, αυτές είναι αντιδράσεις που καταλαβαίνω, στο κάτω-κάτω γιατί να μην ισιώσεις μια αυτάρεσκη μούρη που εννοεί να μιλά προσβλητικά για να βρει έρεισμα. Το να πλακωθείς είναι θεμιτό, το να βρίζεις είναι κακοί τρόποι.

Με τον Νόλαν υποψιάζομαι συνεργασία παραγόντων.


Πρώτα-πρώτα υπάρχει πηγαία εύνοια στο έργο του. Το σινεμά του βρήκε έναν σφυγμό, βρήκε μια θεματολογία, βρήκε μια αισθητική (απομαγευμένη, απο-θεωτική, απο-ποιητική, κυριολεκτική, ορθολογική, μελοδραματική, υπερ-δραστήρια – σχεδόν κάθε σκηνή του έργου του είναι σκηνή εξωτερικής δράσης) που φωτογραφίζει, αλλά και ανατροφοδοτεί, τον θεαματικό 21ο αιώνα. Ο Νόλαν μιλά για τον Χρόνο, μια έννοια πάνω στην οποία έχει ντοκτορά στην blockbuster (και όχι μόνο) πραγματεία του με τρόπο που δεν έχει μιλήσει οριζόντια (δηλαδή σε πολλές ταινίες του) για ό,τι άλλο. Το σινεμά σαν αφήγηση, η αγάπη, η ενοχή, οι απώλειες στον δρόμο για την επίτευξη, η εθνική ιδιοσυγκρασία, η συλλογικότητα ως αντικειμενικός σκοπός του Ατόμου και διάφορα άλλα (που εμφανώς φωτογραφίζουν επί μέρους ταινίες του) είναι μεν παρόντα, και διόλου επιδερμικά τοποθετημένα, αλλά στην πραγματικότητα, ιδίως στις δύο τελευταίες ταινίες του, ριζώνουν χωρίς το άρρητο περιδεές της Μεγάλης Τέχνης, που ο ίδιος άλλωστε εξορίζει και αντικαθιστά με τον επιστημο-ορθολογισμό του. Η συνολική αίσθηση του σινεμά του, προφανώς για έναν θεατή αναθρεμμένο σε διαφορετική αισθητική (εδώ ο φονταμενταλιστής του Νόλαν διαβάζει, εσφαλμένα, «ανώτερη»), συνιστά μια μετατόπιση προς μια κινηματογραφική μηχανική που εστιάζει (καλύτερα: προσηλώνει) ένα ολόκληρο σύστημα έργου σε ένα αυστηρά, αλγεβρικά προκαθορισμένο ζητούμενο. Ναι, όπως συμβαίνει πάντα, ακόμα και οι (περισσότερες) ταινίες του Νόλαν μπορούν να διαβαστούν ποικιλοτρόπως. Όμως πολύ περισσότερο από συναδέλφους του είναι σαφές ότι η σωστή τους απάντηση είναι μια, και η νολανική δημιουργία την έχει υποστηρίξει, την έχει εδραιώσει, οτιδήποτε λεχθέν πέρα από το συγκεκριμενοποιημένο της νόημα σε κάνει να μοιάζεις φλύαρος  ή άτοπος. Όλο αυτό «χαρίζει» κάτι το μονοσήμαντο στα έργα του, κι αυτό είναι τυπική blockbuster ποιότητα, δεν μπερδεύει, δεν αποπροσανατολίζει. Ο Νόλαν σου δείχνει αυτό που θέλει να σου πει, και σε περιποιείται καθ’ όλη την διάρκεια της αφήγησης να μην βολοδέρνεις στα δικά σου (άσε που θα χάσεις την πλοκή), να μην οικοδομείς παρείσακτες ερμηνείες. Αυτό, να προλάβω τον εξαπτόμενο φονταμενταλιστή πάλι, δεν είναι κάτι κακό, είναι ίδιον του λαϊκού σινεμά, πάμπολλες θαυμάσιες ταινίες (ας πούμε τα Ιντιάνα Τζόουνς) διέπονται από τη λογική αυτή. Οι καλύτερες όμως από αυτές – σκέφτομαι τον Χίτσκοκ, σκέφτομαι τον Φίντσερ, σκέφτομαι τον/τους Μαν, σκέφτομαι όπως διαπιστώσατε τον Σπίλμπεργκ, τον Ίστγουντ, τους Κοέν, μένοντας σε αγγλόφωνους – αφήνουν πάντοτε (και όσο καλύτερη είναι η στιγμή τους) χώρο να αναπνεύσεις μέσα σε αυτές. Έχουν την αυτοπεποίθηση, καθώς όλοι οι αναφερθέντες είναι οπτικοηχητικά ανώτεροι του Νόλαν, ότι σε μαγνητίζουν και σε αφήνουν να κινηθείς πιο ελεύθερα μέσα στο έτσι κι αλλιώς συμπαγές αφηγηματικό τους σύμπαν. Δεν τους πειράζει να πάρεις homework που μπορεί διαλεκτικά και να εκτρέψει τις προθέσεις τους. Αν από τον Νόλαν αφαιρέσεις τις σιδερένιες προθέσεις του, η ταινία καταρρέει. Αν χάσεις την πλοκή, έχασες την ταινία. Και να έχανες την πλοκή από τον Ιντιάνα Τζόουνς, η ευτυχία σου όταν το έβλεπες δεν έφυγε ποτέ. Και να μην θυμάσαι «ποιος το έκανε;» στο Mystic River, η ταινία μεγαλουργεί ανενόχλητη. Αν στην Οδύσσεια χάσεις την σκηνή-αποκάλυψη των Ανθρώπων της Θάλασσας, το έργο εκκενώνεται πλήρως. Θα μου πεις «γιατί να τα χάσω, ταινία βλέπω, εκεί δεν είμαι;». Έχεις δίκιο. Αλλά ένα αφηγηματικό έργο δυο, τριών, τεσσάρων ωρών δεν μπορεί να έχει περιορισμένα χωροχρονικά σημεία εξάρτησης, πρέπει να είναι μια διαρκής, ουσιαστικά δαιδαλώδης κίνηση, διαλόγων αλλά και σιωπών, ιδεών και μουσικής. Φαντάζεται κανείς ότι μπορεί να σταθεί η Οδύσσεια συγκρίσιμα δίπλα στον Νονό ή τον Λόρενς της Αραβίας; Ή ακόμα και τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, ας πούμε, της Επιστροφής του Βασιλιά; Κι όμως, θα έπρεπε. Γιατί όλα τους είναι παιδιά της ομηρικής Οδύσσειας.


Ο δεύτερος λόγος-παράγοντας αρχίζει και τελειώνει, τουλάχιστον στους εκφραστές του, στην απολύτως φυσική παρεπόμενη ανάγκη μιας γενιάς να ονοματίσει το Σύμβολό της. Καθώς μάλιστα ο Νόλαν, με την εγγλέζικη αποστασιοποίησή του, δεν φθείρεται σε εξωκινηματογραφικά ακανθώδη και ταυτόχρονα δούλεψε τόσο προσεκτικά ατομικιστικά τις προσωπαγείς του ταινίες (Οι Σκοτεινοί Ιππότες, το Interstellar και εξαιρετικά πρόδηλα οι δύο πιο πρόσφατες), καθώς δηλαδή φιλοτέχνησε τόσο δημαγωγικά αρραγώς το πρότυπο του σωσίβιου Ενός, που ακόμα κι όταν - παρεξηγημένος, το δίχως άλλο – διέπραξε σφάλμα/έγκλημα (Όπενχαϊμερ και Οδυσσέας) κατά των ανθρώπων βρήκε/εφηύρε μια ταινία από πίσω του γεμάτη απορία, παρεξήγηση, τύψη και ενοχή για να λυτρωθεί, το πράγμα γίνεται όλο και βολικότερο. Οι ταινίες του έχουν όλη την κοσμική καλοήθεια με το μέρος τους – πώς να τις κακοχαρακτηρίσεις; Ας βαθύνουμε λοιπόν το πόσο μας άρεσε η ταινία με το πόσο ωφέλιμα, και ευνόητα, ακούγονται τα λεγόμενά της, ας σηκώσουμε επιτέλους και ένα ανάστημα στο ιερό παρελθόν που μας έσπασε τις μέσες με τα εξίσου ιερά του τέρατα, κι ας κάνουμε την επάνασταση όπως οι επιβαίνοντες στις βάρκες στον Σκοτεινό Ιππότη. Ποιοι είναι επιτέλους αυτοί οι Λανγκ, οι Γουάιλερ, οι Χίτσκοκ και οι Σπίλμπεργκ; Γιατί το παλιό blockbuster να είναι καλύτερο από το νέο; Ακόμα πιο πολύ: Γιατί το σινεμά είναι τέχνη όταν δεν το συλλαμβάνουμε και δεν είναι όταν όλοι, μα όλοι (ακόμα και τα Όσκαρ!) γνέφουμε καταφατικά; Ναι, η σινεφίλ γενιά που μεγάλωνε πια -και τα έπιανε καλύτερα- το 2000, ήθελε εξ αρχής να νοιώσει ελαφρυμένη από την ενοχή ότι το περασμένο σινεμά, των ένδοξων γερασμένων και των επιτακτικά νεκρών δεν την απασχολούσε πια στην πράξη. Κι ήθελε να το νοιώσει συλλογικά. Ποιος ήταν ο καταλληλότερος να την ενώσει; Μα φυσικά ο λαοπλάνος Νόλαν. Δεν είναι φυσική μια τέτοια αντίδραση; Απολύτως. Είναι προβληματική; Ίσως ναι. Όταν η συλλογική μας συνείδηση μας κυβερνά με τρόπο μαζικό, όταν δεν μας επιτρέπει να δούμε την αφυσικότητα του να θεωρείς τον Κρίστοφερ Νόλαν καλλιτεχνικά ανώτερο συγχρόνων του (ο Πολ Τόμας Άντερσον, ο Ντέιβιντ Φίντσερ) και ανάλογο (αν όχι ανώτερο ξανά) αμύθητων του παρελθόντος, τον οποίων το Έργο αν έφευγε από το Τζένγκα του Σινεμά οι αφηγήσεις του Νόλαν θα εξαϋλώνονταν.

Τρίτος και τελευταίος, όχι ιεραρχικά, λόγος του φανατισμού αυτού, και λόγος που έχει υποδαυλίσει συμπεριφορικά τον προαναφερθέντα, είναι βέβαια η παράλληλη πραγματικότητα των social media. Καθώς τώρα αρχίζουμε να στεκόμαστε στα δυο μας πόδια απολαμβάνοντας (ασύδοτα) την απόλυτη ελευθερία του να λέμε οτιδήποτε θέλουμε προς πάσα κατεύθυνση, στης οποίας όμως το αυτί δεν οφείλουμε την παραμικρή ανάγκη λογοδοσίας, αντιθέτως ενδόμυχα το θεωρούμε ύποπτα μανιχαϊστικά θαυμαστικό ή εχθρικό, σπρώχνουμε ολοένα τον λόγο μας στον γκρεμό της αναίδειας, της απρέπειας, της αυτοδίκαιης διήθισης των πάντων. Συνασπιζόμαστε με ομοίους, συστοιχιζόμαστε εναντίον «των άλλων», ετεροκαθοριζόμαστε εντονότερα από ποτέ μολονότι θεωρούμε πως όχι (ελάχιστοι παράγουν νέα σκέψη, η συντριπτική πλειοψηφία μηρυκάζει ιδέες άλλων φέρνοντάς τες χυδαία στα δικά της δεδομένα) και δίνουμε ένα συνολικό ελεύθερο στον εαυτό μας στο όνομα κάποιας ελευθερογνωμίας που έχει καταλήξει να υπεραπλουστεύει παρά να διεισδύει. Στο πλαίσιο αυτή της συμπεριφοράς, ένα μεγάλο μέρος ανθρώπων προστατεύει αυτά που υιοθέτησε (πολιτικά, κοινωνικά, καλλιτεχνικά, τον Νόλαν), ή απεχθάνεται αυτά που απέρριψε, και πυροβολεί κατά ριπάς ρύπους και ύβρεις. Με άλλα λόγια οι λάτρεις του Νόλαν απαντούν αγριεμένα διότι εισπράττουν αγριότητα. (Στην Οδύσσεια αυτό βρήκε ένα ζενίθ, κυρίως λόγω της woke διάστασης – ζενίθ (και διάσταση) που αργά ή γρήγορα θα ξεπεραστεί).

Και τελικά τι; Να μην είναι προμετωπίδα ένας που κάθε του ταινία πρακτικά αποτελεί πολιτισμικό γεγονός του δυτικού ημισφαιρίου; Να μην ινδαλματοποιήσουμε κάποιον που «αυθόρμητα» λατρεύουμε κάθε του πλάνο, κάθε του σκηνή και κάθε του υπογραφή; Τι δηλαδή, να βάλουμε τον Φίντσερ ή τον Πολ Τόμας Άντερσον στη θέση του;

Θα απαντούσα αρνητικά σε όλα τα ερωτήματα. Η λογική μου είναι λογική αναπόφευκτα κριτική. Δεν υπάρχει κανείς δημιουργός αλάνθαστος, κι όχι μια αλλά πολλές φορές. Ακόμα και ο Χίτσκοκ, ακόμα και ο Γουέλς, ακόμα και ο Πολάνσκι, ακόμα και ο Ταρκόφσκι – και μπορώ να πω άλλους δέκα, άλλους πενήντα, ιερά τέρατα ή και όχι, που λατρεύω αλλά αλάνθαστοι δεν είναι. Και το καλό τους είναι το ότι έχουν υπάρξει συναρπαστικά εσφαλμένοι – ναι ακόμα και ο Κιούμπρικ, ακόμα και ο Κόπολα, ακόμα και ο Ίστγουντ που ανοιχτά παραδέχομαι ότι μου αρέσουν ΟΛΕΣ οι ταινίες του. Όλοι εκείνοι που βιβλιοθήκες στηρίχθηκαν στον άμεμπτο έλεγχο του έργου τους. Όπως ακριβώς λέμε για τον Νόλαν, και έχουμε βάσιμο λόγο να πιστεύουμε ότι ο έλεγχός του στο τι παραδίδει είναι στην κορυφή όποια λίστας και να φτιάχναμε. Τέλεια έργα ίσως υπάρχουν, για κάποιους θεατές τους. Τέλειοι δημιουργοί στο σύνολό τους είναι κάτι το αδύνατον. Πρώτιστα γιατί οι ίδιοι ξέρουν, και στο έργο τους αποτυπώνεται γλαφυρά, ότι η τελειότητα μιας δημιουργίας έγκειται στην ατέλειά της, στο επίκτητο πρίσμα της, στην επίγνωση δηλαδή της υποκειμενικότητάς της. Εξού και τα μεγάλα έργα (έστω: πολλά μεγάλα έργα) περιγράφουν το Ελάττωμα, την αρχική πρυτανεία του, την γοητεία του, την καταστροφικότητά του, το μάθημα να ζήσεις με την συνέπειά του.

Πέρα από την μορφική τροχοπέδη (η απαράδεκτη χρήση της μουσικής, για παράδειγμα) ο Κρίστοφερ Νόλαν στις δύο τελευταίες ταινίες του έχει διαπράξει ένα ατόπημα που με το δίπτυχο Interstellar και Δουνκέρκη διόρθωσε. Άλλαξε με ένταση από τη μια στην άλλη ταινία τον χαρακτήρα της δημιουργίας του. Λιγόστεψε τον διάλογο, αφαίρεσε από την πλοκή, μίκρυνε την διάρκεια, διεύρυνε τον Ήρωά του, συνεπώς άλλαξε και την απεύθυνσή του. Από τον Oppenheimer στην Οδύσσεια, παρά την ραγδαία μετακίνηση στο σκηνικό της δράσης του, κράτησε την διάρκεια, κράτησε την διαρκή μουσική υπογράμμιση – λες και σαν βαρύτιμο δεκανίκι που αν εκλείψει η συγκίνηση θα καταρρεύσει – εξακολούθησε τον ασίγαστο διάλογο, ευθυγραμμίστηκε με την λογική της διαρκούς έντασης. Κι αυτή είναι μόνο μια κριτική, υπάρχουν και άλλες κάμποσες (ο συνάδελφος Γιάννης Σμοΐλης έχει καταγράψει θαυμαστά μια περίληψη εδώ). Το χειρότερο όμως, στα μάτια μου, είναι η παγίωση μιας σκληρής στάσης εικονογράφησης που προτιμά το μηχανικό θαύμα του IMAX
από την εικαστική ανύψωση. Προτιμά τον άψογο υποφωτισμό από την σκοτεινή αίσθηση. (Αν και η σκηνή στον Άδη είναι θαυμάσια.) Προτιμά να έχει τεχνικά ποιοτική εικόνα παρά καλλιτεχνικά όμορφη εικόνα. Προτιμά να είναι δραματουργικά καλυμμένος, παρά να είναι δραματικά γεμάτος. Προτιμά να είναι ανθεκτικός κι έτοιμος στην εγκεφαλική επίθεση, παρά ευαίσθητος κι ανοιχτός στην ψυχική άνωση. Προτιμά να είναι επιστήμονας με θέσεις, παρά ποιητής με αντιθέσεις.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.